«ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΚΕΙΝΑ» διήγημα


Ήρθαν πάλι Χριστούγεννα. Η πόλη ντύνεται στα γιορτινά της και οι άνθρωποι προσμένουν με λαχτάρα λίγη χαρά, ανοίγονται με θέρμη σε μικρά ή μεγαλύτερα θαύματα. Τα παιδιά λάμπουν μπροστά στις φωτισμένες φάτνες, στη θέα των σχεδόν πάντα απεριποίητων Αγιοβασίληδων και σε βιτρίνες με πολύχρωμα παιχνίδια που αναγεννούν δικά τους όνειρα για δικούς τους ξεχωριστούς κόσμους, γεμάτους περιπέτεια και αγάπη. Αγαπούσα πάντα περισσότερο τα Χριστούγεννα, γιατί έφερναν στον κόσμο έναν άνθρωπο που έπειτα θα γινόταν Θεός, αλλά ήταν πρώτα άνθρωπος. Ένα μωρό από φτωχούς γονείς σε μια φτωχή γωνιά του κόσμου, που θα άλλαζε τον κόσμο, τον τρόπο που σκέφτονται οι άνθρωποι, τον τρόπο που ακόμα κι ο ίδιος ο Θεός θα έβλεπε τους ανθρώπους του.

Παραμονές Χριστουγέννων το μυαλό μου πάντα γυρίζει σε εποχή που υπάρχει πια εγκλωβισμένη και φυλαγμένη καλά σε φωτογραφίες, μόνο σε φωτογραφίες. Αναμνήσεις κι αρώματα, νότες τραγουδισμένες σε άλλα χρόνια που ξαφνικά και μαγικά τυλίγουν στιγμές στο σήμερα. Τι όμορφα που ξαναζούν τα χρόνια μέσα μας, τι όμορφο να επιβεβαιώνεις πως τελικά τίποτα δεν πεθαίνει, επειδή απλά δε ζει.

Θυμάσαι μαμά; Τα Χριστούγεννα εκείνα το δέντρο μας δεν ήταν πολύ μεγάλο, ούτε καινούριο. Ποτέ καινούριο. Μικρός ήμουν και το θυμάμαι ήδη αρκετά παλιό και ταλαιπωρημένο. Με πόση αγάπη και χαρά το κατεβάζαμε κάπου στα μέσα Δεκέμβρη απ' το πατάρι και με πόση φροντίδα το στολίζαμε. Ούτε και τα στολίδια που είχαμε ήταν καινούρια ή ιδιαίτερα. Κάθε χρόνο το ίδιο δέντρο, με τα ίδια παλιά στολίδια, το ίδιο αστέρι που έγερνε άκομψα στην κορυφή, με τα ίδια λαμπάκια, που απλά αναβόσβηναν, δεν έκαναν τίποτα διαφορετικό, τίποτα πιο εντυπωσιακό.

Καμιά φορά πηγαίναμε στα μαγαζιά ή σε σπίτια φίλων και έβλεπα με δέος δέντρα μεγαλύτερα απ' το δικό μας, πιο καινούρια και πολύ πιο όμορφα, με την πλαστική πρασινάδα τους πυκνή να γεμίζει από μόνη της την εορταστική γωνιά. Τα ζήλευα, δε στο κρύβω και πολλές φορές κάκιωνα μέσα μου που εμείς δε μπορούσαμε να έχουμε στο σπίτι μας ένα τέτοιο δέντρο. Λυπόμουν, ίσως ντρεπόμουν κιόλας, αλλά αυτό με έκανε να θέλω το δικό μας δέντρο να προσπαθώ να το φτιάχνω κάθε χρόνο πιο ωραίο. Και τελικά τα καταφέρναμε, έτσι δεν είναι; Κάθε χρόνο, μόλις τελειώναμε το στόλισμα, το δέντρο μας ήταν πάντα σαν άλλο.

Ούτε φάτνη μπορούσαμε να έχουμε όπως είχαν τα άλλα σπίτια ή όπως βλέπαμε στις ωραίες βιτρίνες των μεγάλων καταστημάτων. Εκείνες ήταν καλοφτιαγμένες, χρωματιστές, πολλές είχαν και δικά τους λαμπάκια γύρω γύρω, σε σταματούσα και στις έδειχνα εντυπωσιασμένος, μαγεμένος πραγματικά, πολύ μου άρεσαν έτσι που αναβόσβηναν τα φωτάκια γύρω απ' τις πορσελάνινες φιγούρες. Πορσελάνινες φιγούρες! Εμείς δεν είχαμε καν φάτνη. Μια κούτα είχαμε, ένα απλό χαρτόκουτο βαμμένο όπως όπως με σκούρα καφέ μπογιά. Θυμάσαι μαμά; Τη βάζαμε κάτω απ' το δέντρο, μέσα έστρωνες αγορασμένο πριονίδι και πάνω σ' αυτό στήναμε μαζί τις μικρές πλαστικές φιγούρες του ξαπλωμένου μικρού Χριστού, της Παναγίας και του Ιωσήφ. Πλαστικές φιγούρες, που κάθε χρόνο τις έπλενες για να είναι καθαρές. Τις βάζαμε και μου έλεγες τί είχε περάσει η Παναγία για να φέρει στον κόσμο το παιδί της. Την καταλάβαινες. Είχαμε και πλαστικά άλογα, μια καμήλα και λίγα πρόβατα, τα στήναμε κι αυτά στη φάτνη.

Και γύρω απ' την κούτα, θυμάσαι μαμά το βουνό; Το βουνό που έφτιαχνες από φύλλα εφημερίδας; Βαμμένα κι αυτά με την ίδια καφέ μπογιά, τα τσαλάκωνες καλά καλά, ύστερα τα άνοιγες προσεκτικά για να μη σκιστούν και τα ένωνες μεταξύ τους με καρφίτσες. Έτοιμο! Κάποτε κολλούσαμε και λίγο τριμμένο φελιζόλ για χιόνι σε κάποιες μεριές και το βουνό μας τότε έγινε ακόμα πιο όμορφο, έμοιαζε πια στ' αλήθεια με βουνό. Είχαμε την ομορφότερη φάτνη, μαμά, όλοι μας το έλεγαν. Σαν τώρα θυμάμαι πόσο ευχαριστημένος με κοιτούσε ο πλαστικός Χριστούλης μέσα από εκείνο το χαρτόκουτο, πολύ ευχαριστημένος για το όμορφο ζεστό σπιτάκι που του είχαμε φτιάξει. Και το δικό μας το σπίτι ζέσταινε όλο και περισσότερο όσο πλησίαζαν Χριστούγεννα. Μυρωδιές από τα κουλουράκια βουτύρου, κανέλας και τα μελομακάρονα που έφτιαχνες, ευχές, γιορτινά τραγούδια... θυμάσαι μαμά;

Τα τελευταία χρόνια δε στόλιζα, μαμά. Ούτε φάτνη έστηνα. Ίσως και τα ίδια τα Χριστούγεννα είχαν χάσει κάτι από το νόημά τους μέσα μου, μπορεί επειδή όσο μεγαλώνω δεν προσβλέπω σε θαύματα. Οι πραγματικότητες ουρλιάζουν μέσα στ' αυτιά μου, με μια φωνή δαιμονική, τρομακτική, που καλύπτει κάθε γιορτινή μελωδία, κάθε τρυφερή ευχή. Πώς να ζεστάνω έτσι τον νεογέννητο Χριστό, ντρέπομαι κι Εκείνον.

Ώσπου σχεδόν κατά λάθος, από καθαρή σύμπτωση, από αυτές τις συμπτώσεις που μόνο κατά σύμπτωση δεν στήνει η ζωή, ψάχνοντας κάτι άλλο βρήκα ένα μικρό χριστουγεννιάτικο δέντρο που είχα πριν χρόνια αγορασμένο και ξεχασμένο σε κούτες μετακόμισης στο πατάρι του τωρινού μου σπιτιού. Το κοίταζα προσπαθώντας να θυμηθώ. Να θυμηθώ. Και σαν από θαύμα, μέσα απ' τα μικρά του κλαδιά, τραγούδια, ευχές, οι παλιές αγαπημένες μυρωδιές, χρώματα από όμορφα λαμπιόνια που παίζουν γιορτινά, πέρασαν από τα μουδιασμένα και κρύα δάχτυλα μέσα μου. Και τα Χριστούγεννα φέτος γεννήθηκαν ξανά, αλλιώτικα, όμορφα σαν εκείνα, τα ζεστά δικά μας Χριστούγεννα που πάντα με αγάπη θα νοσταλγώ. Τι όμορφο να επιβεβαιώνεις πως τελικά τίποτα δεν πεθαίνει.

Έβαλα το ταπεινό δεντράκι μου σε μια γωνιά, το στόλισα, το φώτισα, αγόρασα και μια μικρή φάτνη και την έβαλα από κάτω. Και στη μικρή αυτή καινούρια φάτνη των δικών μου Χριστουγέννων, στην πλαστική φιγούρα του πάντα νεογέννητου Χριστού, ψιθύρισα μια προσευχή.

Κύριε,
τώρα που πάλι τα μάτια Σου ανοίγεις στον κόσμο μας και τα ίδια άστρα με μας τούτη τη νύχτα αντικρίζεις, χαμογέλα στον ουρανό που τίκτει θλίψεις και όνειρα, ευλογία στις μέρες την πνοή Σου να απλώσεις.
Φώτισε με τη λάμψη Σου τα μουδιασμένα μας βήματα, Κύριε, και με αγάπη στρώσε του καθενός μας τον δρόμο. Ψυχές πλανεμένες ο κόσμος μας, πνιγμένος στα κρίματα. Ψυχές διαλυμένες, βουτηγμένες στον πόνο.
Στα χείλη μου φτάνει το δοξασμένο Σου όνομα, στα μάτια μου δέος φέγγει, μια γλυκιά ευφορία. Παιδί από σπέρμα Θεού για της πλάσης το παντοτινό ολοζώντανο όραμα. Θεός από άνθρωπο, για την δια του Σταυρού σωτηρία.
Αμήν.


Τελικά, κάθε χρόνο, πάντα, το δικό μας χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι το πιο ωραίο, γιατί είναι το δικό μας δέντρο και ο καθένας έχει το δικό του πιο όμορφο δέντρο. Γιατί στολίζεται με αγάπη, ελπίδα και γιορτινή ευλογία, που είναι ίδια για όλους και την ίδια στιγμή πάντα μοναδικά για τον καθένα.
Χρόνια πολλά, μαμά!


Το διήγημα "Τα Χριστούγεννα εκείνα" δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του 2012 στο ηλεκτρονικό περιοδικό "Βιβλιοδείκτης" και κατόπιν τον Δεκέμβριο του 2014 στο φύλλο 182 της "Γεωργιανής Εφημερίδας". Φωτογραφία ανάρτησης: articgoneape από το Pixabay.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια